Καρκίνος των ωοθηκών

Ο καρκίνος των ωοθηκών αποτελεί τον δεύτερο πιο συχνό γυναικολογικό καρκίνο στις αναπτυγμένες χώρες. Η μέση ηλικία εμφάνισης της νόσου είναι τα 63 έτη, ενώ η πιθανότητα να προσβληθεί μια γυναίκα στη διάρκεια της ζωής της είναι 1,4%. Εξαίρεση αποτελούν οι γυναίκες με την αντίστοιχη γενετική προδιάθεση, οι οποίες διατρέχουν πολύ μεγαλύτερο κίνδυνο.

Γράφει ο
Βασίλης Σιούλας
Γυναικολόγος Ογκολόγος
Υπεύθυνος Ιατρείου Γυναικολογικής Ογκολογίας ΜΗΤΕΡΑ, Επιστημ. Συνεργάτης ΥΓΕΙΑ

Ποιοι είναι οι παράγοντες κινδύνου ανάπτυξης καρκίνου των ωοθηκών;
Στους παράγοντες που αυξάνουν την πιθανότητα εμφάνισης καρκίνου των ωοθηκών ανήκουν:

  • Η προχωρημένη ηλικία
  • Η έναρξη της περιόδου σε μικρή ηλικία ή/και η καθυστερημένη εμμηνόπαυση
  • Η ατοκία, η υπογονιμότητα και η ενδομητρίωση
  • Το οικογενειακό ιστορικό καρκίνου του μαστού ή ωοθηκών, του ενδομητρίου και του παχέος εντέρου, ιδιαίτερα αν η γυναίκα έχει μετάλλαξη σε ορισμένα γονίδια (π.χ. BRCA1/2, γονίδια συνδρόμου Lynch)

Πώς μπορεί μια γυναίκα να μειώσει την πιθανότητα εμφάνισης καρκίνου των ωοθηκών;
Δυστυχώς, δεν υπάρχει τρόπος που να εξασφαλίζει απόλυτη προστασία από τον καρκίνο των ωοθηκών. Παρ’ όλα αυτά, για τη μείωση της πιθανότητας εμφάνισης της νόσου προτείνεται:

  • Η χρήση αντισυλληπτικών δισκίων
  • Η κύηση και ο θηλασμός
  • Η απολίνωση των σαλπίγγων στο πλαίσιο της αντισύλληψης ή η αφαίρεσή τους. Αν υπάρχει κληρονομική προδιάθεση, απαιτείται και η αφαίρεση των ωοθηκών μετά την ολοκλήρωση του οικογενειακού προγραμματισμού ή, το αργότερο, στην ηλικία των 35-40 ετών

Πώς εκδηλώνεται ο καρκίνος των ωοθηκών;

Τα συμπτώματα του καρκίνου των ωοθηκών ποικίλλουν και μπορεί να περιλαμβάνουν:

  • Άλγος ή αίσθημα πίεσης χαμηλά στην κοιλιά
  • Διάταση της κοιλιάς (φούσκωμα), ανορεξία ή γρήγορο αίσθημα πλήρωσης μετά το φαγητό
  • Ναυτία και εμέτους ή αλλαγές στις εντερικές συνήθειες (κυρίως, νεοεμφανιζόμενη δυσκοιλιότητα)
  • Συμπτώματα από το ουροποιητικό σύστημα, όπως συχνουρία ή επιτακτική ανάγκη για ούρηση
  • Αιμορραγία ή ασυνήθιστες κολπικές εκκρίσεις μετά την εμμηνόπαυση

Δυστυχώς, σε ένα ποσοστό που υπερβαίνει το 70-80%, η νόσος διαγιγνώσκεται όταν πλέον έχει προχωρήσει πολύ, λόγω της απουσίας χαρακτηριστικών συμπτωμάτων. Πολλές από τις παραπάνω κλινικές εκδηλώσεις συνοδεύουν, συνήθως, καλοήθεις παθήσεις (π.χ. σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου, ενδομητρίωση κ.λπ.), με αποτέλεσμα οι ασθενείς να μη δίνουν τη δέουσα προσοχή.

Τι πρέπει να κάνω αν έχω τα παραπάνω συμπτώματα;

Αν έχετε ύποπτα συμπτώματα που επιμένουν για περισσότερες από δύο εβδομάδες, ζητήστε ιατρική συμβουλή. Αν στη γυναικολογική εξέταση ο ιατρός διαπιστώσει όγκο στην περιοχή των ωοθηκών, πιθανότατα θα σας ζητήσει να υποβληθείτε σε μαγνητική τομογραφία κάτω κοιλίας και μέτρηση καρκινικών δεικτών στο αίμα (π.χ. CA-125). Εφ’ όσον οι εξετάσεις δείξουν αυξημένη πιθανότητα για καρκίνο των ωοθηκών, το επόμενο βήμα είναι να επισκεφθείτε ιατρό εξειδικευμένο στην αντιμετώπιση του γυναικολογικού καρκίνου.

Πώς αντιμετωπίζεται χειρουργικά ο καρκίνος των ωοθηκών;

Όταν η νόσος φαίνεται να περιορίζεται στις ωοθήκες, πραγματοποιείται η χειρουργική της σταδιοποίησης. Αντίθετα, σε νόσο προχωρημένων σταδίων απαιτούνται πιο εκτεταμένες χειρουργικές επεμβάσεις (πρωτογενής κυτταρομείωση). Τα καλύτερα ογκολογικά αποτελέσματα εξασφαλίζονται όταν η πρωτογενής κυτταρομείωση οδηγεί σε πλήρη εξαίρεση όλων των μεταστατικών εστιών. Σε κάποιες περιπτώσεις, η έκταση της νόσου ή η γενικότερη κατάσταση της ασθενούς  δεν επιτρέπει την επίτευξη του παραπάνω στόχου. Τότε, προτιμάται η χορήγηση χημειοθεραπείας (νεοεπικουρική χημειοθεραπεία) για να συρρικνωθούν οι μεταστατικές εστίες και ακολουθεί χειρουργική επέμβαση σε δεύτερο χρόνο (ενδιάμεση κυτταρομείωση).

Ποιοι ασθενείς με καρκίνο των ωοθηκών χρειάζονται χημειοθεραπεία μετά τη χειρουργική επέμβαση;

Η χημειοθεραπεία μετά την επιτυχή χειρουργική αντιμετώπιση του καρκίνου των ωοθηκών έχει ως στόχο τη μείωση της πιθανότητας υποτροπής της νόσου. Οι ενδείξεις χορήγησής της καθορίζονται από το στάδιο της νόσου, τον ιστολογικό τύπο και το βαθμό διαφοροποίησης (grade) του όγκου. Μετά την ολοκλήρωση της κλασικής χημειοθεραπείας και ανάλογα με το γονιδιακό προφίλ της ασθενούς και την κατάστασή της, ο Παθολόγος Ογκολόγος θα εκτιμήσει τη δυνατότητα χορήγησης θεραπείας συντήρησης με αναστολείς PARP ή bevacizumab.