Καρκίνος Μαστού: τι πρέπει να γνωρίζουμε

Γράφει η
Χριστίνα Τσιώνου
Γυναικολόγος – Χειρουργός Μαστού, Διευθύντρια Α΄ Κλινικής Μαστού ΜΗΤΕΡΑ

Ο καρκίνος του μαστού είναι η συχνότερη κακοήθεια στις γυναίκες (31% των καρκίνων) και δεύτερη αιτία θνησιμότητας μετἀ τον καρκἰνο του πνεὐμονος.  Αφορά σε όλες τις γυναίκες, όμως μερικές ομάδες ασθενών, όπως αυτές με κληρονομικότητα έχουν αυξημένο κίνδυνο. Τις περισσότερες φορές δεν υπάρχουν συμπτώματα. Σημεία που πρέπει να προσέξουμε είναι ψηλαφητος όγκος που δεν προϋπήρχε, η διόγκωση των λεμφαδένων της μασχάλης, έλξη ή πάχυνση του δέρματος και αιμορραγική έκκριση από τη θηλή.

Η διάγνωση γίνεται με την κλινική εξέταση/αυτοεξέταση ή απεικονιστικά κατά τον ετήσιο ελεγχο (screening). Η μαστογραφία παίζει σημαντικό ρόλο κυρίως στη διάγνωση πολύ μικρών ογκιδίων και μικροαποτιτανώσεων. Το υπερηχογράφημα είναι συμπληρωματικό της μαστογραφίας και βοηθά πολύ σε πυκνούς μαστούς. Για την μαγνητική μαστών υπάρχουν συγκεκριμένες ενδείξεις και είναι πολύ χρήσιμη στον χειρουργικό σχεδιασμό και στην εκτίμηση της έκτασης της νόσου, ιδίως όταν προηγείται χημειοθεραπεία.

Η σταδιοποίηση γίνεται για να αποκλείσουμε  απομακρυσμένες μεταστάσεις.  Λαμβάνονται υπόψη το μέγεθος του όγκου και αν υπάρχουν διηθημένοι λεμφαδένες.

Καθοριστικό ρόλο για την επιλογή των κατάλληλων θεραπευτικών χειρισμών παιζουν τα ιστολογικά χαρακτηριστικά και οι προγνωστικοί παράγοντες που εκφράζονται στον όγκο. Για να έχουμε αυτές τις πληροφορίες προεγχειρητικά, γίνεται λήψη ιστού με τέμνουσα βελόνη και ιστολογική. Κάποιοι τύποι όπως ο τριπλά αρνητικός και ο Her2 θετικός καρκίνος ανταποκρίνονται καλά στην προεγχειρητική χημειοθεραπεία, ενώ στους ορμονοεξαρτώμενους όγκους προηγείται το χειρουργείο.

Η θεραπεία έχει δυο σκέλη: Το ένα αφορά στον τοπικό έλεγχο της νόσου και είναι η εγχείρηση (μαστεκτομή ή ογκεκτομή, με έλεγχο της μασχάλης) και η ακτινοθεραπεία, και το δεύτερο αφορά στην αποφυγή απομακρυσμένων μεταστάσεων και είναι η χημειοθεραπεία και η ορμονοθεραπεία.  Η ακτινοθεραπεία γίνεται πάντα σε περίπτωση διατήρησης μαστού και σε μαστεκτομή για όγκους μεγαλύτερους των 4 εκατοστών ή όταν υπάρχουν διηθημένοι λεμφαδένες. Σε περίπτωση που χρειάζεται χημειοθεραπεία, αυτή προηγείται της ακτινοθεραπείας. Η ορμονοθεραπεία γίνεται με χορήγηση χαπιού από του στόματος σε ορμονοεξαρτώμενους καρκίνους και διαρκεί από 5 έως 10 χρόνια.

Οι επιπλοκές της εγχείρησης δεν είναι σοβαρές. Η κυριότερη είναι το λεμφοίδημα έπειτα από λεμφαδενικό καθαρισμό και η ερυθρότητα έπειτα από ακτινοβολία, που αντιμετωπίζεται με αλοιφές. Με την βιοψἰα του φρουρού λεμφαδένα που γίνεται σε κλινικά και απεικονιστικά αρνητική μασχάλη, ο κίνδυνος λεμφοιδήματος είναι πολύ μικρός. Οι παρενέργειες της χημειοθεραπείας αφορούν σε επηρεασμό των αιματολογικών παραμέτρων, ναυτία και κόπωση, τα οποία αντιμετωπίζονται φαρμακευτικά, και η αλωπεκία με κατάλληλες περούκες ή τη χρήση κρύας κάσκας κατά τη διάρκεια της χημειοθεραπείας.

Η επιβίωση στα αρχικά στάδια φτάνει το 85% και περισσότερο στη δεκαετία. Με την πρόοδο της ιατρικής, ο καρκίνος του μαστού στις περισσότερες περιπτώσεις αντιμετωπίζεται. Το ζητούμενο είναι οι γυναίκες να κάνουν τον τακτικό έλεγχο και να επισκέπτονται το γιατρό τους.