ΩΡΛ: Πότε χρειάζεται ωτορινολαρυγγολόγος

Οι μεγάλες αλλαγές στο σώμα της γυναίκας κατά την εγκυμοσύνη είναι δυνατόν να επηρεάσουν το κεφάλι και τον τράχηλο, κάνοντας πιθανή την εμφάνιση παθήσεων όπως η ρινορραγία. Κατά κανόνα τα συμπτώματα είναι ήπια και η αντιμετώπιση απλή, αλλά υπάρχουν περιπτώσεις όπου μια επίσκεψη σε ωτορινολαρυγγολόγο κρίνεται απαραίτητη.

Γράφει ο
Μηνάς Ν. Αρτόπουλος
Ωτορινολαρυγγολόγος, Χειρουργός Κεφαλής & Τραχήλου, Επιστημονικός συνεργάτης ΩΡΛ Τμήματος ΜΗΤΕΡΑ

Η έγκυος γυναίκα κατέχει μια ξεχωριστή θέση στην Ιατρική. Οι μεταβολικές και ενδοκρινολογικές μεταβολές που σχετίζονται με την κύηση επηρεάζουν σε σημαντικό βαθμό την κεφαλή και τον τράχηλο.

  • Η ρινική συμφόρηση κατά τη διάρκεια της κύησης ή ρινίτιδα της κύησης αποτελεί μία πολύ συχνή κλινική κατάσταση, γνωστή εδώ και πολλά χρόνια. Πιστεύεται ότι συναντάται στο 5 – 32% των εγκύων, εμφανίζεται προς το τέλος του πρώτου τριμήνου, ενώ μπορεί να επιμένει έως και τον τοκετό. Αυτό συμβαίνει λόγω της γενικευμένης κατακράτησης υγρών στην κύηση και της δράσης των οιστρογόνων. Η ρινική συμφόρηση συνοδεύεται από καθαρή ρινόρροια και οιδηματώδη βλεννογόνο, ο οποίος αποφράσσει τα εκφορητικά στόμια των παραρρινικών κόλπων, με αποτέλεσμα τις παραρρινοκολπίτιδες (ιγμορίτιδες).
  • Η ρινορραγία κατά την κύηση είναι κάτι κοινό και οφείλεται σε διάφορους παράγοντες. Κύριος παράγοντας είναι η αυξημένη αγγειοβρίθεια του ρινικού βλεννογόνου, του οποίου οι μικροτραυματισμοί οδηγούν εύκολα σε ρινορραγία. Η γενικευμένη αυτή αύξηση του αγγειακού ιστού οδηγεί επίσης στην ανάπτυξη βλαβών όπως π.χ. κοκκιώματα άνω και κάτω γνάθου, αιμαγγειώματα ρινός κ.λπ. Οι αγγειακοί αυτοί σχηματισμοί τυπικά εμφανίζονται στη στοματική και στις ρινικές κοιλότητες κατά τους πρώτους μήνες της κύησης και εξαφανίζονται αμέσως μετά τον τοκετό ή τη διακοπή της κύησης.
  • Η δυσλειτουργία της ευσταχιανής σάλπιγγας παρουσιάζεται σε ποσοστό 5 – 30% των εγκύων και ποικίλλει όσον αφορά στη συμπτωματολογία της. Μπορεί να εμφανιστεί ως απόφραξη της ευσταχιανής, αλλά και ως μόνιμα ανοικτή ευσταχιανή σάλπιγγα. Τα συμπτώματα εμφανίζονται συνήθως μετά το πρώτο τρίμηνο. Οι γυναίκες με απόφραξη της ευσταχιανής σάλπιγγας έχουν αίσθημα πλήρωσης στο αφτί, ενώ γίνονται ακουστοί διάφοροι ήχοι από την παροδική είσοδο αέρα στο μέσο αφτί. Η απόφραξη οφείλεται στο οίδημα των βλεννογόνων και στην κατακράτηση των υγρών. Στις σοβαρότερες περιπτώσεις μπορεί να υπάρξει και εκκριτική ωτίτιδα με τη συλλογή ορώδους υγρού στο μέσο αφτί. Στις περιπτώσεις όπου μια απόφραξη είναι ενοχλητική, η υγρασία και ο συχνός χειρισμός Valsalva προκαλούν ανακούφιση.
  • Η γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση (ΓΟΠ) εμφανίζεται στο 30% με 50% του συνόλου των κυήσεων και είναι συχνότερη το τελευταίο τρίμηνο. Αυτό συμβαίνει με δύο μηχανισμούς. Πρώτον, με τη χαλάρωση του κατώτερου σφιγκτήρα του οισοφάγου, που οφείλεται στη δράση των οιστρογόνων και της προγεστερόνης σε αυτόν. Δεύτερον, με την αυξημένη ενδοκοιλιακή πίεση λόγω της αυξημένης σε μέγεθος μήτρας. Το κύριο σύμπτωμα είναι ο οπισθοστερνικός καύσος. Παρουσιάζεται όμως και ατύπως, με λαρυγγίτιδα (βράγχος φωνής) και φαρυγγίτιδα (φαρυγγοδυνία) από ερεθισμό του βλεννογόνου στις περιοχές αυτές από τα γαστρικά υγρά. Η θεραπεία αφορά κυρίως σε αλλαγές στον τρόπο ζωής (δίαιτα, αποφυγή κατάκλισης έως και ένα τρίωρο μετά το γεύμα, ανύψωση του κρεβατιού κ.λπ.). Από φάρμακα, προτιμούνται μόνο τα αντιόξινα, λόγω της μικρότερης απορρόφησης στη συστηματική κυκλοφορία.
  • Το 10 – 15% περίπου των εγκύων προσβάλλεται από εξωτερικές ωτίτιδες κατά τη διάρκεια της κύησης. Η ασφαλέστερη μέθοδος είναι η χρήση ωτικών διαλυμάτων που μπορούν να προσφέρουν ανακούφιση, όχι όμως θεραπεία. Στις σοβαρότερες περιπτώσεις συνιστάται η χρήση ωτικών σταγόνων με στεροειδές για την αντιμετώπιση του οιδήματος.

Η αντιμετώπιση

Η έγκυος γυναίκα έχει κάποιες ιδιαιτερότητες όταν νοσεί. Είναι αγχωμένη, φοβισμένη, μεγαλοποιεί τους κινδύνους και είναι ιδιαίτερα επιφυλακτική σε θεραπείες. Συνοδεύεται από έναν επίσης αγχωμένο σύζυγο, επομένως χρειάζονται καθησυχασμός και ήρεμη προσέγγιση.

Η εξήγηση της φυσιολογίας της κύησης και του μηχανισμού που προκαλεί τα διάφορα συμπτώματα, όπως και το ότι δεν υπάρχουν βλαπτικές επιδράσεις για το έμβρυο, είναι ανακουφιστική και για τους δύο.

Οι εξετάσεις αίματος δε βοηθούν ιδιαίτερα στη διερεύνηση φλεγμονών, λόγω της λευκοκυττάρωσης, που έχει ούτως ή άλλως η έγκυος. Χρήσιμο είναι να έχουμε γνώση κάποιων προγενέστερων εξετάσεων, ώστε να μπορέσουμε να εκτιμήσουμε π.χ. την απώλεια αίματος στη ρινορραγία, λαμβάνοντας υπόψη τη συνυπάρχουσα, λόγω κύησης, σιδηροπενική αναιμία.

Η έγκυος γυναίκα έχει κάποιες ιδιαιτερότητες όταν νοσεί. Είναι αγχωμένη, φοβισμένη, μεγαλοποιεί τους κινδύνους και είναι ιδιαίτερα επιφυλακτική σε θεραπείες.