Κολποσκόπηση: Ένα πολύτιμο ιατρικό εργαλείο

Οι κολποσκοπικές βιοψίες εξακολουθούν να αποτελούν την κύρια διαγνωστική μέθοδο για τη διερεύνηση των παθολογικών αλλοιώσεων στο test Παπανικολάου. Για ποιον λόγο, όμως, και τι πρέπει να προσέχει ο γιατρός;

Γράφει ο
Χριστόφορος Παπαχριστοφόρου
Μαιευτήρας- Γυναικολόγος, Διευθυντής Τμήματος Κολποσκόπησης ΜHTEΡΑ

Ο καρκίνος του τραχήλου της μήτρας, παρά τη μείωση στη συχνότητα εμφάνισής του με την εφαρμογή του test Παπανικολάου, παραμένει η δεύτερη αιτία θανάτου από καρκίνο στις γυναίκες σε παγκόσμια κλίμακα. Από το 1990, ο αριθμός των γυναικών με παθολογικό test Παπανικολάου αυξάνεται δραματικά, με αντίστοιχη αύξηση των προκαρκινικών αλλοιώσεων του τραχήλου.

Η αύξηση αυτή της συχνότητας της νόσου οφείλεται στη λοίμωξη με τον ιό των ανθρώπινων θηλωμάτων HPV, οι οποίοι διακρίνονται σε HPV υψηλού κινδύνου και σε HPV χαμηλού κινδύνου. Υπολογίζεται ότι το 80% των γυναικών ηλικίας 18-28 ετών έχουν HPV, ο οποίος θα υποστραφεί αυτόματα χωρίς θεραπεία. Ένα ποσοστό 10%-20% θα εξελιχθεί σε υψηλού βαθμού ενδοεπιθηλιακές αλλοιώσεις, οι οποίες, εάν δεν αντιμετωπιστούν θεραπευτικά, θα εξελιχθούν σε καρκίνο τραχήλου.

Για την πρόληψη, λοιπόν, χρειάζεται η εφαρμογή προγράμματος έγκαιρης ανίχνευση προκαρκινικών αλλοιώσεων με pap test και HPV test και πρόγραμμα εμβολιασμού (πρωτογενής). Παθολογικό pap test πρέπει πάντα να ελέγχεται με κολποσκόπηση.

Η μέθοδος
Το κολποσκόπιο είναι ένα μικροσκόπιο χαμηλής ισχύος, με το οποίο γίνεται η επισκόπηση του τραχήλου σε διαφορετικές μεγεθύνσεις. Ο τράχηλος, με χρήση διαλύματος 5% οξικού οξέος, ελέγχεται και, σε περίπτωση φυσιολογικού βλεννογόνου, έχει ροζ απόχρωση και σε περίπτωση δυσπλαστικού επιθηλίου είναι λευκό.

Οι βασικοί στόχοι της κολποσκόπησης είναι:
Α

  1. Ο καθορισμός της ζώνης μετάπτωσης (ορατή ή μη ορατή).
  2. Καθορισμός και έκταση της βλάβης, περίγραμμα της αλλοίωσης.
  3. Χρώμα της αλλοίωσης.
  4. Αγγεία της αλλοίωσης.
  5. Αντίδραση στο Lugol.

B.
Οι κατευθυνόμενες βιοψίες λαμβάνονται πάντοτε με τη βοήθεια κολποσκόπιου για να επιλεγεί η πλέον ύποπτη περιοχή.
Η κολποσκόπηση είναι μια υποκειμενική μέθοδος ελέγχου και έχει μειωμένη ευαισθησία στην πρόβλεψη της ιστολογικής διάγνωσης. Η ακρίβεια της διάγνωσης στηρίζεται στην πείρα του γιατρού που εκτελεί την κολποσκόπηση. Πολλές φορές φυσιολογικές μεταβολές, όπως η άωρη πλακώδης μεταπλασία (ψευδομωσαϊκό) μπορεί να εκληφθεί ως σοβαρή ενδοεπιθηλιακή βλάβη.

Η εκτίμηση μιας τραχηλικής βλάβης από τον κολποσκόπο επηρεάζεται σημαντικά από την κυτταρολογική διάγνωση. Υπάρχει μεγάλη απόκλιση της κολποσκοπικής εκτίμησης μεταξύ διαφόρων ιατρών κολποσκόπων, ανάλογα με την πείρα που διαθέτει κάποιος. Εν πάση περιπτώσει, ένα ύποπτο test Παπανικολάου με αρνητική κολποσκοπική εκτίμηση δεν πρέπει να μας εφησυχάζει, αλλά να ψάξουμε με αφαίρεση της ζώνης μετάπτωση ή και ενδοτραχηλική απόξεση να βρούμε τη βλάβη.

Συμπερασματικά, οι κολποσκοπικές βιοψίες εξακολουθούν να αποτελούν την κύρια διαγνωστική μέθοδο για τη διερεύνηση των παθολογικών αλλοιώσεων στο test Παπανικολάου.

Φεβρουάριος 2018